Meaning of αναπτυσσόμενος | Babel Free
/a.na.ptiˈso.me.nos/Ορισμοί
- μετοχή παθητικού ενεστώτα (αναπτύσσομαι) του ρήματος αναπτύσσω
- που αναπτύσσεται, αυξάνει σωματικά ή υλικά
- που αυξάνει δραστηριότητα, παραγωγικότητα, που βρίσκεται ακόμα σε φάση ανάπτυξης, συχνά σε αντιδαστολή προς τον ανεπτυγμένο που έχει πιο προοδευμένη βιομηχανία
Παραδείγματα
“αναπτυσσόμενα φυτά, αναπτυσσόμενος οργανισμός”
“ο αναπτυσσόμενος κόσμος, η αναπτυσσόμενη βιομηχανία”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.