Meaning of αναπτυξιακός | Babel Free
Ορισμοί
- εκείνος που βοηθά στην ανάπτυξη, την προάγει σε διάφορους τομείς
- ο σχετικός με την ανάτυξη, τη μελέτη της
Παραδείγματα
“αναπτυξιακό πρόγραμμα”
“αναπτυξιακή ψυχολογία (για παιδιά και εφήβους)”
“αναπτυξιακά προβλήματα βρεφών”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.