HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναπτυξιακός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. εκείνος που βοηθά στην ανάπτυξη, την προάγει σε διάφορους τομείς
  2. ο σχετικός με την ανάτυξη, τη μελέτη της

Παραδείγματα

“αναπτυξιακό πρόγραμμα”
“αναπτυξιακή ψυχολογία (για παιδιά και εφήβους)”
“αναπτυξιακά προβλήματα βρεφών”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναπτυξιακός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course