Meaning of αναπτερώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπτερώνω
- θα αναπτερώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναπτερώνω
- να αναπτερώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτερώνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.