Meaning of αναπολόγητος | Babel Free
Ορισμοί
- αδικαιολόγητος, ασυγχώρητος, που δεν του δίνεται (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) το δικαίωμα να απολογηθεί επειδή εκείνοι που τον κατηγορούν θεωρούν ότι δεν μπορεί να πει τίποτα που να ελαφρύνει τη θέση του
- που δεν απολογείται από παράλειψη ή τέχνασμα της κατηγορούσας αρχής
- που αποφασίζει να μην απολογηθεί (σπανιότερη χρήση)
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.