Meaning of αναπνευστήρας | Babel Free
Ορισμοί
- απλός σωλήνας με ανατομικό σχήμα που έχει άκρο (συχνά από σιλικόνη) το οποίο εφαρμόζει στο στόμα ενώ το άλλο του άκρο εξέχει από το νερό
- σωλήνας με ανατομικό σχήμα, με το ένα άκρο του να εφαρμόζει στο στόμα και το άλλο στη φιάλη οξυγόνου
- ειδική συσκευή για μηχανική υποστήριξη της αναπνοής σε αναπνευστικά περιστατικά στα νοσοκομεία
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.