Meaning of αναπλεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπλέω
- θα αναπλεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναπλέω
- να αναπλεύσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπλέω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.