Meaning of αναπλαστικός | Babel Free
Ορισμοί
ο σχετικός με την ανάπλαση, εκείνος που μορεί να αναπλάσει
Παραδείγματα
“αναπλαστική χειρουργική”
reconstructive surgery
“δερματολογικά ηλεγμένη αναπλαστική κρέμα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.