Meaning of αναπαραγάγει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπαράγω
- θα αναπαραγάγει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναπαράγω
- να αναπαραγάγει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαράγω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.