Meaning of αναπαράγω | Babel Free
Ορισμοί
- παράγω απογόνους
- επαναλαμβάνω ένα συμβάν με τις ίδιες συνθήκες για επαλήθευση ή μελέτη (κυρίως σε πειράματα)
- επαναλαμβάνω κάτι, π.χ. μια είδηση, άκριτα, χωρίς να παρεμβάλλω το προσωπικό μου κριτήριο ή να διερευνώ το ζήτημα
Παραδείγματα
“αναπαράγω το είδος”
“Τα έντυπα μέσα δυστυχώς αναπαράγουν ό,τι βρίσκουν στο διαδύκτιο , το διαδίκτυο αναπαράγει τον εαυτό του κι ό,τι βρίσκει ο συντάκτης στα γρήγορα με ένα γκουγκλάρισμα, η δε τηλεόραση αναπαράγει εξίσου πρόχειρα τα ίδια προσθέτοντας πλάνα αρχείου ή στέλνοντας μια κάμερα για να έχει φρέσκα πλάνα από κάτι σχετικό και να μοιάζει ότι έγινε ρεπορτάζ”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.