Meaning of αναπαλλοτρίωτος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν μπορεί το κράτος να πάρει για δημόσια χρήση από κάποιον χωρίς τη συμφωνία του, ακόμα κι αν του προσφέρει κατάλληλη αποζημίωση, που δεν μπορεί να απαλλοτριωθεί
- που δεν μπορεί να αφαιρεθεί από κάποιον (κυρίως για θεμέλιο δικαίωμα) δηλαδή αναφαίρετο
Παραδείγματα
“το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα στη ζωή”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.