HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναπαλλοτρίωτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2

Ορισμοί

  1. που δεν μπορεί το κράτος να πάρει για δημόσια χρήση από κάποιον χωρίς τη συμφωνία του, ακόμα κι αν του προσφέρει κατάλληλη αποζημίωση, που δεν μπορεί να απαλλοτριωθεί
  2. που δεν μπορεί να αφαιρεθεί από κάποιον (κυρίως για θεμέλιο δικαίωμα) δηλαδή αναφαίρετο

Παραδείγματα

“το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα στη ζωή”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναπαλλοτρίωτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course