HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναπαλαίωση | Babel Free

Noun feminine CEFR C1
/a.na.paˈle.o.si/

Ορισμοί

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναπαλαιώνω Κάτι παλαιό το αναμορφώνω με τα χαρακτηριστικά και την εμφάνιση που είχε όταν ήταν νέο.
  2. αποκατάσταση
    broadly

Παραδείγματα

“※ : Στο εξωτερικό υπάρχουν δεκάδες σύλλογοι που αναπαλαιώνουν και διατηρούν ιστορικά στρατιωτικά οχήματα. Από το 1985 στην Ελλάδα υπάρχει ο Σύλλογος Διατηρήσεως Ιστορικών Οχημάτων με σκοπό την αναζήτηση, την περισυλλογή, την αναπαλαίωση και τη διατήρηση αντιπροσωπευτικών οχημάτων που χρησιμοποιήθηκαν από τον Ελληνικό Στρατό την περίοδο 1940 - 1960. (*)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναπαλαίωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course