HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναξιοπρέπεια | Babel Free

Noun feminine CEFR C1
/a.na.ksi.oˈpre.pi.a/

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα του αναξιοπρεπούς, η έλλειψη αξιοπρέπειας
  2. ενέργεια ή συμπεριφορά που δείχνει έλλειψη αξιοπρέπειας

Παραδείγματα

“※ Η διακοπή του αναπηρικού επιδόματος ή της αναπηρικής σύνταξης πολύ συχνά ισοδυναμεί με καταδίκη και αναξιοπρέπεια. (www.efsyn.gr, 15.10.2014)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναξιοπρέπεια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course