Meaning of αναξιοπρέπεια | Babel Free
/a.na.ksi.oˈpre.pi.a/Ορισμοί
- η ιδιότητα του αναξιοπρεπούς, η έλλειψη αξιοπρέπειας
- ενέργεια ή συμπεριφορά που δείχνει έλλειψη αξιοπρέπειας
Παραδείγματα
“※ Η διακοπή του αναπηρικού επιδόματος ή της αναπηρικής σύνταξης πολύ συχνά ισοδυναμεί με καταδίκη και αναξιοπρέπεια. (www.efsyn.gr, 15.10.2014)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.