HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανανταπόδοτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που δεν ανταποδόθηκε ή και που δεν μπορεί να ανταποδοθεί
  2. χαρακτηρισμός σχήματος σε υποθετικές προτάσεις (ανανταπόδοτο σχήμα), όπου σε δύο διαδοχικές υποθετικές προτάσεις παραλείπεται ως ευκόλως εννοούμενη η απόδοση της πρώτης (π.χ. αν προλάβετε το τρένο των 8, αν δεν το προλάβετε θα περιμένω άλλη μία ώρα, δηλαδή θα περιμένω ούτως ή άλλως αν προλάβετε το τρένο των 8, αλλά θα περιμένω αν πάρετε και των 9)

Παραδείγματα

“ανανταπόδοτος έρωτας”

unrequited love

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανανταπόδοτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course