Meaning of ανανεωτικός | Babel Free
Ορισμοί
- που ανανεώνει φυσικά, συναισθηματικά
- που αναμορφώνει, μεταρρυθμίζει, φέρνει άνεμο αλλαγής σε έναν φορέα ή που έχει την πρόθεση να προκαλέσει αλλαγές
Παραδείγματα
“Τα μπάνια στη θάλασσα είναι ανανεωτικά”
“Είναι ανανεωτικός και δεν τον αφήνουν να ανεβεί στην ιεραρχία του κόμματος”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.