Meaning of αναμφίλεκτος | Babel Free
/a.naɱˈfi.le.ktos/Ορισμοί
που γίνεται καθολικά αποδεκτός χωρίς να υπάρχει καμία αντίρρηση
rare
Παραδείγματα
“Και φτάνουμε έτσι στο μεσοστράτι της ζωής μας ή και στα γεράματα συνεχίζοντας να υποστηρίζουμε σαν αναμφίλεκτη αλήθεια τους αυτοεγκωμιαστικούς θρύλους και τα ανιστόρητα σχήματα με τα οποία μας εφοδίασε η επίσημη, καθαρισμένη ιστορία, πρώτο μέλημα της οποίας δεν είναι η συλλογική αυτογνωσία, όσο πικρή, αλλά η καλλιέργεια του εθνικού ναρκισσισμού. (Παντελής Μπουκάλας, «Οταν το Εθνος ευρίσκεται εις κόμματα»..., εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26 Φεβρουαρίου 2012)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.