Meaning of αναμπέλωση | Babel Free
Ορισμοί
η διαδικασία ανανέωσης ή πλήρους ανασύστασης ενός φθαρμένου ή κατεστραμμένου αμπελώνα, με την εκρίζωση των υπαρχόντων πρέμνων και την εγκατάσταση νέων, της ίδιας ή διαφορετικής ποικιλίας, συνήθως για λόγους βελτίωσης της παραγωγής ή αντιμετώπισης ασθενειών
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.