Meaning of αναμοχλεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω
- θα αναμοχλεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναμοχλεύω
- να αναμοχλεύσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.