HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναμορφωτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που αναμορφώνει, μεταρρυθμίζει, που έχει την τάση να αλλάζει τα πράγματα και που συχνά κάνει τις σκέψεις του και πράξη, υλοποιώντας την αναμόρφωση που είχε κατά νου
  2. που έχει την ιδιότητα να αναμορφώνει

Παραδείγματα

“αναμορφωτικά προγράμματα”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναμορφωτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course