Meaning of αναμηρυκάσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
- θα αναμηρυκάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναμηρυκάζω
- να αναμηρυκάσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.