Meaning of αναμείξουν | Babel Free
Ορισμοί
- γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμειγνύω
- θα αναμείξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναμειγνύω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.