Meaning of αναμαλλιασμένος | Babel Free
/a.na.ma.ʎaˈzme.nos/Ορισμοί
-
dishevelled (UK), disheveled (US) masculine, participle
-
touselled (UK), touseled (US) masculine, participle
Παραδείγματα
“※ στον αχυρώνα, βολοκόποι, σβάρνες, δρεπάνια και κόσκινα ορθώνονταν απειλητικά μπροστά μου και πιο κάτω, δεμένα στο παχνί τους που έπιανε όλο το μήκος της αποθήκης, κέρατα και αναμαλλιασμένα μουσούδια και υγρά μάτια λαμπύριζαν στο φως της λάμπας. (Πάτρικ Λη Φέρμορ, Η εποχή της δωρεάς, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.