Meaning of αναμάσημα | Babel Free
Ορισμοί
- ξαναμάσημα, μηρυκασμός
-
το να λέει κάποιος τα ίδια και τα ίδια, να λέει τα ίδια με άλλα λόγια, να λέει τα ίδια λόγια, ουσιαστικά να επαναλαμβάνεται ακόμα κι αν χρησιμοποιεί άλλες λέξεις (συνήθης χρήση) figuratively
Παραδείγματα
“Το αναμάσημα της τροφής”
“Στα τηλεοπτικά "παράθυρα" παρατηρείται ένα αναμάσημα και ταυτόσημων ειδήσεων αλλά και ταυτόσημου χειρισμού τους, ταυτόσημης πολιτικής”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.