Meaning of αναλώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναλίσκω
- θα αναλώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναλίσκω
- να αναλώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλίσκω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.