αναλυτής
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο ικανός ή κατάλληλος να αναλύσει ένα ειδικό θέμα
- μηχάνημα που αναλύει δεδομένα
Ισοδύναμα
14 more languages
Παραδείγματα
“πολιτικός αναλυτής”
political analyst
“αναλυτής συστημάτων”
systems analyst
“αναλυτής αμινοξέων”
amino acid analyser
“αναλυτής φάσματος”
spectrum analyser
“αναλυτής δημοσκοπήσεων”
“στρατηγικός αναλυτής”
“οικονομικός αναλυτής”
“αναλυτής της CIA”
“αναλυτής καυσαερίων”
“αναλυτής ούρων”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free