Meaning of αναληπτικός | Babel Free
Ορισμοί
- που σχετίζεται με την ανάληψη χρημάτων από τράπεζα
- χαρακτηρισμός φαρμάκων που διεγείρουν το κέντρο της αναπνοής σε πολύ σοβαρές καρδιαναπνευστικές κρίσεις (τα αναληπτικά και ως ουσιαστικό για τη συγκεκριμένη κατηγορία σκευασμάτων)
-
που τονώνει την υγεία, με την έννοια ότι βοηθά τον ασθενή να αναλάβει δυνάμεις dated
Ισοδύναμα
English
Analeptic
Παραδείγματα
“αναληπτική κάρτα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.