HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανακύψιμος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που μπορεί να ανακύψει, να προέλθει από σύνθεση συστατικών
  2. που προκύπτει από (πιο ορθά: ανακύπτων) ή συμβάλλει στην ανάκυψη (πιο ορθά: συστατικό της ανάκυψης) (πχ. ιδιότητα, αναδιοργάνωση, συμμετρία, αρμονία κτλ.)

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανακύψιμος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course