Meaning of ανακύψιμος | Babel Free
Ορισμοί
- που μπορεί να ανακύψει, να προέλθει από σύνθεση συστατικών
- που προκύπτει από (πιο ορθά: ανακύπτων) ή συμβάλλει στην ανάκυψη (πιο ορθά: συστατικό της ανάκυψης) (πχ. ιδιότητα, αναδιοργάνωση, συμμετρία, αρμονία κτλ.)
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.