Meaning of ανακτορικός | Babel Free
Ορισμοί
- ο σχετικός με την ζωή στο ανάκτορο κάποιου βασιλιά
- ο σχετικός με ενέργειες του βασιλιά ή του περιβάλλοντός του
Παραδείγματα
“ανακτορική φρουρά - ανακτορική αίθουσα συνεδριάσεων”
“ανακτορικό διάταγμα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.