HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανακριτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. ο σχετικός με την ανάκριση
  2. εκείνος ή εκείνη που άτοπα και άκαιρα, χωρίς να το νομιμοποιούν οι συνθήκες, ρωτά να πληροφορηθεί για κάτι με τρόπο αυστηρό, απαιτητικό ή και οργίλο

Παραδείγματα

“ανακριτικό γραφείο”

interview room

“Οι ανακριτικές μέθοδοι”
“Μη γίνεσαι ανακριτικός όταν συζητάς με το παιδί!”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανακριτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course