Meaning of ανακουφίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
- θα ανακουφίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανακουφίζω
- να ανακουφίσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.