Meaning of ανακεφαλαιώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω
- θα ανακεφαλαιώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανακεφαλαιώνω
- να ανακεφαλαιώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.