Meaning of ανακατέψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακατεύω
- θα ανακατέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανακατεύω
- να ανακατέψει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατεύω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.