Meaning of αναιτιολόγητος | Babel Free
/aneti.oˈloʝitos/Ορισμοί
που δεν δικαιολογείται, είτε επειδή αμελεί να δικαιολογηθεί είτε επειδή δεν έχει τρόπο να τεκμηριώσει κάποια ενέργειά του
Παραδείγματα
“Δεν μπορείτε να νομιμοποιήσετε δαπάνες αναιτιολόγητες. Πρέπει να προσκομίσετε όχι μόνον τα συναφή τιμολόγια από τις εργασίες, αλλά και τα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι το έργο αυτό είχε κριθεί απαραίτητο”
“Εάν ο Εισαγγελέας θέλει να ασκήσει έφεση κατά αθωωτικής απόφασης, πρέπει να αναφέρει την αιτιολογία της έφεσης, για αν το δικαστήριο αποφασίσει δεχόμενο αναιτιολόγητη έφεση, τότε η απόφασή του καθίσταται αναιρετέα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.