Meaning of αναιρετήριος | Babel Free
Ορισμοί
ο αναιρετικός. Σήμερα σε χρήση κυρίως το ουδέτερο, το αναιρετήριο, το οποίο συν τω χρόνω ουσιαστικοποιήθηκε σημαίνοντας το δικαστικό έγγραφο που πρέπει να συμπληρώνεται για να είναι δυνατή η προσφυγή σε αναίρεση
Παραδείγματα
“Προσκομίσθηκε το αναιρετήριο έγγραφο (ως επίθετο)”
“Τι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (ως ουσιαστικό)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.