HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναιρετήριος | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

ο αναιρετικός. Σήμερα σε χρήση κυρίως το ουδέτερο, το αναιρετήριο, το οποίο συν τω χρόνω ουσιαστικοποιήθηκε σημαίνοντας το δικαστικό έγγραφο που πρέπει να συμπληρώνεται για να είναι δυνατή η προσφυγή σε αναίρεση

Παραδείγματα

“Προσκομίσθηκε το αναιρετήριο έγγραφο (ως επίθετο)”
“Τι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (ως ουσιαστικό)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναιρετήριος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course