Meaning of αναιρεθείς | Babel Free
Ορισμοί
- που τον έχουν αναιρέσει, ακυρώσει
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναιρούμαι
- θα αναιρεθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναιρούμαι
Παραδείγματα
“Οι αναιρεθέντες νόμοι”
“Η αναιρεθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου...Οι αναιρεθείσες αποφάσεις”
“Τα αναιρεθέντα άρθρα του Συντάγματος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.