HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναιρεθείς | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. που τον έχουν αναιρέσει, ακυρώσει
  2. β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναιρούμαι
  3. θα αναιρεθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναιρούμαι

Παραδείγματα

“Οι αναιρεθέντες νόμοι”
“Η αναιρεθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου...Οι αναιρεθείσες αποφάσεις”
“Τα αναιρεθέντα άρθρα του Συντάγματος”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναιρεθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course