HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναθεωρητής | Babel Free

Noun masculine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που επανεκτιμά, επανεξετάζει ή ακυρώνει κάτι παλιότερο, όπως μια κρίση, απόφαση ή προσέγγιση· που αναθεωρεί ευρύτερα παραδεκτές ή παγιωμένες απόψεις, αντιλήψεις
    general
  2. διανοούμενος ή πολιτικός που αναθεωρεί τον κλασικό μαρξισμό
  3. ιστορικός που αναθεωρεί τον ευρύτερα αποδεκτό τρόπο που αποτιμάται ο ναζισμός, όπως και τα εγκλήματά του (κυρίως η γενοκτονία των Εβραίων)
  4. ανώτατος αξιωματικός του Δικαστικού Σώματος των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναθεωρητής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course