Meaning of αναδύομαι | Babel Free
/a.naˈði.o.me/Ορισμοί
- ξεπροβάλλω από το βυθό της θάλασσας, λίμνης στην επιφάνειά της
- ξεπροβάλλω από το υπέδαφος στην επιφάνεια της γης
- ξεπροβάλλω μέσα από κάτι που με έκρυβε και γίνομαι αντιληπτός
-
βγαίνω από την αφάνεια, μέσα από πολλές δυσκολίες και γίνομαι δυνατός και σημαντικός figuratively
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.