Meaning of αναδυόμενος | Babel Free
/a.na.ðiˈo.me.nos/Ορισμοί
- που αναδύεται, που ξεπροβάλλει μέσα από το νερό
- που ξεπροβάλλει, που αρχίζει τωρα να αναπτύσσεται σημαντικά, να μεγαλώνει σε μέγεθος και σημασία
Ισοδύναμα
English
Resurgent
Παραδείγματα
“παράσταση της αναδυομένης Αφροδίτης”
“οι αναδυόμενες αγορές της ΝΑ Ασίας”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.