Meaning of αναδιπλασιάσεις | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλασιάζω
- θα αναδιπλασιάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναδιπλασιάζω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.