Meaning of αναδιοργανώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω
- θα αναδιοργανώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναδιοργανώνω
- να αναδιοργανώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.