HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναδίπλωση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναδιπλώνω
  2. ο σχηματισμός δίπλας, πτυχής
  3. σχήμα λόγου, σύμφωνα με το οποίο έχουμε εμφατική άμεση επανάληψη μιας λέξης ή μιας φράσης
  4. η διευθέτηση του κειμένου γύρω από μια εικόνα ή ένα πίνακα σ’ ένα πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου
    neologism

Παραδείγματα

“Ορίσετε τις επιλογές για την αναδίπλωση κειμένου. Πρώτη παράγραφος: Εκκινεί μία νέα παράγραφο κάτω από το αντικείμενο αφού πιέσετε το πλήκτρο Enter. Η απόσταση μεταξύ των παραγράφων καθορίζεται από το μέγεθος του αντικειμένου. (*)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναδίπλωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course