Meaning of αναγούλα | Babel Free
/a.naˈɣu.la/Ορισμοί
- τάση για εμετό
- απέχθεια για κάτι που δεν εγκρίνεις και σου προκαλεί αηδία
Ισοδύναμα
English
nausea
Παραδείγματα
“όταν είδε την ψόφια γάτα, της ήρθε αναγούλα και έφυγε τρέχοντας”
“η συμπεριφορά του είναι τόσο γλοιώδης που μου προκαλεί αναγούλα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.