HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναγούλα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/a.naˈɣu.la/

Ορισμοί

  1. τάση για εμετό
  2. απέχθεια για κάτι που δεν εγκρίνεις και σου προκαλεί αηδία

Ισοδύναμα

English nausea

Παραδείγματα

“όταν είδε την ψόφια γάτα, της ήρθε αναγούλα και έφυγε τρέχοντας”
“η συμπεριφορά του είναι τόσο γλοιώδης που μου προκαλεί αναγούλα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναγούλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course