Meaning of αναγορεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγορεύω
- θα αναγορεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναγορεύω
- να αναγορεύσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγορεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.