HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Αναγέννηση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/a.naˈʝe.ni.si/

Ορισμοί

  1. η νέα γέννηση ή η εκ νέου δημιουργία
  2. η ιστορική περίοδος του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, μετά το τέλος του Μεσαίωνα (15ος αιώνας) έως το τέλος του 16ου αιώνα, η οποία χαρακτηρίζεται από την ανανέωση των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών, υπό την επιρροή της κλασικής (ελληνικής και ρωμαϊκής) αρχαιότητας
  3. περίοδος ανάκαμψης και αναμόρφωσης, μετά από περίοδο παρακμής
  4. για την ευρωπαϊκή ιστορία
    especially
  5. αναπλήρωση τμημάτων οργανισμού που έχουν ακρωτηριαστεί

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Στὴ Δύση ἡ Αναγέννηση, τὸ ἄφταστο κάρπισμα τοῦ Κουατροτσέντο καὶ τοῦ Τσινκουετσέντο. Ἡ χαρὰ τῆς ζωῆς, ἡ νίκη τῆς χαρᾶς, τῆς χάρης καὶ τοῦ ὡραίου (Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης, Οι Μαυρόλυκοι, το Χρονικό της Τουρκοκρατίας, 1565-1799, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας", Ι.Δ. Κολλάρου, 2005)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Αναγέννηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course