Meaning of Αναγέννηση | Babel Free
/a.naˈʝe.ni.si/Ορισμοί
- η νέα γέννηση ή η εκ νέου δημιουργία
- η ιστορική περίοδος του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, μετά το τέλος του Μεσαίωνα (15ος αιώνας) έως το τέλος του 16ου αιώνα, η οποία χαρακτηρίζεται από την ανανέωση των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών, υπό την επιρροή της κλασικής (ελληνικής και ρωμαϊκής) αρχαιότητας
- περίοδος ανάκαμψης και αναμόρφωσης, μετά από περίοδο παρακμής
-
για την ευρωπαϊκή ιστορία especially
- αναπλήρωση τμημάτων οργανισμού που έχουν ακρωτηριαστεί
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Στὴ Δύση ἡ Αναγέννηση, τὸ ἄφταστο κάρπισμα τοῦ Κουατροτσέντο καὶ τοῦ Τσινκουετσέντο. Ἡ χαρὰ τῆς ζωῆς, ἡ νίκη τῆς χαρᾶς, τῆς χάρης καὶ τοῦ ὡραίου (Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης, Οι Μαυρόλυκοι, το Χρονικό της Τουρκοκρατίας, 1565-1799, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας", Ι.Δ. Κολλάρου, 2005)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.