Meaning of αναβρύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβρύζω
- θα αναβρύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναβρύζω
- να αναβρύσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβρύζω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.