Meaning of αναβράζοντα | Babel Free
Ορισμοί
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναβράζων
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αναβράζων
-
άλλη μορφή του αναβράζοντος, γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναβράζων familiar
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.