Meaning of αναβοσβήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
- θα αναβοσβήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναβοσβήνω
- να αναβοσβήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.