Meaning of αναβαπτίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
- θα αναβαπτίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναβαπτίζω
- να αναβαπτίσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.