HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναβαπτίσει | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
  2. θα αναβαπτίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναβαπτίζω
  3. να αναβαπτίσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναβαπτίσει used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course