Meaning of αναβαθμίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω
- θα αναβαθμίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναβαθμίζω
- να αναβαθμίσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.