Meaning of αναβάλω | Babel Free
/a.naˈva.lo/Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβάλλω
- θα αναβάλω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναβάλλω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.