Meaning of ανήμπορος | Babel Free
/aˈnim.bo.ɾos/Ορισμοί
- που δεν έχει δύναμη ή σφρίγος
- που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει κάτι
- φτωχός
- ασθενής
Παραδείγματα
“※ Όταν όμως κυρίευε τη Γιολάντα η μελαγχολία, στις προσωπικές της εξομολογήσεις, το αγοροκόριτσο - πειραχτήρι μεταμορφωνόταν σε ένα μικρό παιδάκι, παρατημένο, ανυπεράσπιστο, ανήμπορο. (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης, Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.