HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανήμπορος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/aˈnim.bo.ɾos/

Ορισμοί

  1. που δεν έχει δύναμη ή σφρίγος
  2. που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει κάτι
  3. φτωχός
  4. ασθενής

Παραδείγματα

“※ Όταν όμως κυρίευε τη Γιολάντα η μελαγχολία, στις προσωπικές της εξομολογήσεις, το αγοροκόριτσο - πειραχτήρι μεταμορφωνόταν σε ένα μικρό παιδάκι, παρατημένο, ανυπεράσπιστο, ανήμπορο. (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης, Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανήμπορος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course